Η ζωφόρος του Παρθενώνα | The Parthenon Frieze

Ο Παρθενώνας | The Parthenon

Γνωρίστε τη Ζωφόρο | Learn about the Frieze

Παίξτε με τη Ζωφόρο | Play with the Frieze

Σχεδιασμός και κατασκευή

Η ζωφόρος, όπως φαίνεται, σχεδιάστηκε στο σύνολό της από τον γλύπτη Φειδία, που είχε και τη συνολική εποπτεία της κατασκευής του ναού και του διακόσμου του, αλλά εκτελέστηκε από τους μαθητές του Αγοράκριτο, Αλκαμένη, Κρησίλα κ.ά. Αποτελείτο από λίθους διαφόρων μεγεθών συνολικού μήκους 160μ, ύψους 1.02μ και περιέτρεχε το άνω μέρος των τοίχων του κυρίως ναού. Επειδή το ύψος της ζωφόρου είναι δεδομένο, οι καλλιτέχνες χρειάστηκε να αποδώσουν τις μορφές σε διάφορα μεγέθη και στάσεις: έτσι άλλες παρίστανται στο έδαφος, άλλες ιππεύουν, άλλες είναι όρθιες, άλλες πηδούν στο άρμα, ώστε να χωρέσουν στον περιορισμένο χώρο της ζωφόρου. Χαρακτηριστικά είναι η σμίκρυνση των αλόγων και το μεγαλύτερο μέγεθος των θεών που εικονίζονται καθιστοί στην ανατολική πλευρά. Οι παραστάσεις ορισμένων λίθων είναι γνωστές από σχέδια των J. Carrey (1674) και J. Stuart (1751), ενώ άλλων λίθων χάθηκαν τελείως. Στις μακρές πλευρές αμφισβητείται ο ακριβής αριθμός των λίθων. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι στη βιβλιογραφία αναφέρονται ως πλάκες, γιατί o Elgin πριόνισε το πίσω μέρος των λίθων που πήρε στο Λονδίνο, για να ελαφρύνουν και να γίνει ευκολότερη η μεταφορά τους. Στην πραγματικότητα όμως, όπως μπορεί να δει κανείς στο Μουσείο Ακροπόλεως, η ζωφόρος ήταν δομικό στοιχείο του τοίχου του σηκού και αποτελείτο από λίθους πάχους 0.60μ, στην μπροστινή επιφάνεια των οποίων έχει λαξευθεί το ανάγλυφο, το οποίο δεν υπερβαίνει τα 0.06μ. Στην επίλυση του προβλήματος της θέασης της ζωφόρου που είχε χαμηλό ανάγλυφο και ήταν τοποθετημένη τόσο ψηλά πάνω από το έδαφος, πρέπει να βοήθησε η χρησιμοποίηση χρωμάτων και ιδίως το μπλέ φόντο, αλλά κυρίως η βαθύτερη λάξευση στο άνω μέρος σε σχέση με το κάτω, ώστε να έχει η γλυπτή επιφάνεια κάποια κλίση προς τον θεατή. H κατασκευή της ζωφόρου τοποθετείται μεταξύ 443-438 π.Χ., δηλαδή ανάμεσα στις μετόπες και τα αετώματα. Η βόρεια ζωφόρος είναι νεώτερη από την ανατολική και τη δυτική, αλλά παλαιότερη από τη νότια. Σχετικά με το πρόβλημα κατά πόσον λαξεύτηκε πριν ή μετά την τοποθέτησή της στο κτήριο, οι περισσότεροι μελετητές πιστεύουν το δεύτερο. Αυτό ισχύει για τις μακρές πλευρές, αλλά όχι για τη δυτική ζωφόρο, όπου κάθε λίθος έχει αυτοτελή παράσταση.

Designing and carving

It is evident that the frieze was planned as a whole by the sculptor Pheidias, who was responsible for the supervision of the entire construction of the temple and its decoration, which was carried out by his students Agorakritos, Alkamenes, Kresilas and others. The frieze was made of blocks of various sizes. Its total length was 160 m., and its height 1.02 m. It went around the top of the walls of the main part of the temple within the outer collonade. The existence of regulae and guttae on the architrave is an indication that the original plan was to have triglyphs above. Thus it is likely that the decision to make the frieze was taken after the setting of the cella walls and the architrave blocks. With the height of the frieze given, the artists were obliged to render the figures in different sizes and poses. Thus some are depicted on the ground, some ride, some stand, others leap into chariots, in such a way as to fit into the limited space of the frieze. Characteristic is the decrease in relative size of the horses and the greater size of the divinities who are shown seated on the east end of the building. The scenes on some of the blocks are known from the drawings of J. Carrey (1674) and J. Stuart (1751). Other blocks have been entirely lost. The precise number of blocks along the sides is doubtful. It may be noted here that they are referred to as slabs in the bibliography, since Elgin sawed off the backs of the blocks to reduce their weight for shipping. In fact, as may be seen from the blocks in the Acropolis Museum, the frieze constituted a structural element of the cella wall and it was made of blocks 60 cm. thick, the outer surface of which was sculptured in relief that did not exceed 6 cm. There was a problem of visibility of the frieze because of its low relief and because it was set so high above the ground. This was resolved to a great extent by the use of colour, in particular the blue background, and especially by the deeper cutting of the upper in comparison to the lower part of the frieze, so that the sculptured surface inclines slightly toward the viewer. The frieze was set in place between 443 and 438 B.C., that is between the completion of the metopes and the pediments. The north frieze is later than the east and west, but earlier than the south frieze. Most scholars believe that the frieze was carved after, rather than before, being set in place on the building. This is true of the long sides, but it does not hold for the west frieze, where each block has an independent representation and could have been carved beforehand.
You need to upgrade your Flash Player.